Προσωποποιημένοι σταθμοί της ιστορίας μας (I)

1086

Εν έτη 2016 ψάχνουμε το αλλιώτικο, το πρωτότυπο,το μοναδικό…

Τα βήματά μας οδηγούνται μερικώς ενστικτωδώς στα “Σελλέικα”, τα”Διαμαντέικα”, τα “Τσουρέικα” και τα λοιπά σπίτια της παραδοσιακής συνοικίας της “Σπανθιάς”, η οποία βρίσκεται στις παρυφές της Δερβιτσάνης και συγκεκριμένα στο αριστερό της τμήμα.

Ένα τοπίο αναμεμειγμένο με διαφορετικές αρχιτεκτονικές τάσεις και τεχνικές. Οι παλαιές θολωτές θύρες, σαν απόκοσμες στέκουν εμπρός στο σύγχρονο και  άνετο τύπο σπιτιού του 21ου αιώνα.

Ίσως αυτό να κάνει πιο σημαντικό το όλο μας εγχείρημα, το οποίο αποσκοπεί στην ανάδειξη καλά κρυμμένων γωνιών, όπου η ομορφιά της ηπειρώτικης αρχιτεκτονικής έχει μείνει αναλλοίωτη ή έστω οι ντόπιοι κάτοικοι την έχουν σεβαστεί. bkyo0vsbqrd

Άραγε να σταθείς στα οικοδομήματα ή να σταθείς στους ανθρώπους που διαβιούν εντός τους; 

Αποφασίσαμε να εντρυφήσουμε στις συνθήκες που η στιγμή μας προσφέρει. Δηλαδή σ’ ένα διπλό οπτικό πεδίο ανάδειξης της ιστορίας. Στο χώρο και τα πρόσωπα που τον πλαισιώνουν.

Μια μέρα όπου το γαλάζιο τ’ ουρανού αχνοφαίνεται στο μουντό συννέφιασμα του ορίζοντα, η ψυχή μας μελαγχολεί λιγάκι προτού καλά – καλά τ’ αυτιά μας ακούσουν όσα μας διηγήθηκε η κυρία Βιργινία Σέλλιου. Μια γερόντισσα από εκείνες τις δυναμικές προσωπικότητες, που κλείνει μέσα της ολάκερες σελίδες της ιστορίας μας. Καθεστώτα, απελευθερώσεις, πόνους, βιώματα που για χρόνια το μυαλό της είχε μπερδέψει με τους σκληρούς θρύλους της “Άνω” Ηπείρου μας… Μια περιοχή οπού αιώνες τώρα οι πολιτισμικές προσαρμογές και μεταβολές διαδέχονται των εκάστοτε καθεστώτων, χωρίς να γογγύζει και χωρίς να “θαμπώνει” η γνήσια ηπειρώτική τους παράδοσή.

“Ήμουν μικρή κοπέλα όταν έπεφταν οι βόμβες σαν το χαλάζι στο χωριό” – μας διηγείται η κυρία Βέργω, (όπως αποκαλούμε εν συντομία αυτό το όνομα στον τόπο μας). “Θυμάμαι πολλά αλλά το μυαλό μου μπερδεύει τη σειρά τους”…

Η κα. Βιργινία Σέλλιου

“Εκείνη τη φορά δε θα ξεχάσω, όπου χτυπήθηκε κάτω στο “Σχολικό Κήπο” ένας Έλληνας φαντάρος. τον χτύπησε η βόμβα κι εμείς ύστερα κρυφά πήγαμε να τον ετοιμάσουμε για να τον θάψουμε στην “Αγία Παρασκευή” (κοιμητήριο). Κάνανε θυσία οι γυναίκες τότε, γιατί αν τις καταλαβαίνανε οι “Μπαλίστες” (Αλβανικό Μέτωπο Εθνικιστών), θα τις σκότωναν. Δεν έπρεπε να τον θάβαμε, όμως τον θάψαμε. Μικρή κοπέλα κι εγώ έτρεχα από πίσω…  Οι Ιταλοί μας δέχονταν, ενώ οι Γερμανοί ήτανε πολύ άγριοι… Κάποια παιδιά τους κάνανε ζημιές των Ιταλών, κι εκείνοι τους κυνηγούσαν και παίζανε μαζί τους και τους έδιναν και φαγητό… και να σου πω, όταν οι Γερμανοί μπήκανε στο σπίτι του Γιάννη Μάστορα (Λίτσιου), ζήτησαν από τη μάνα του να βγάλει τις παντόφλες για να τις πάρουν. Εκείνη δε δέχτηκε και την τουφέκισαν την “μαύρη” χωρίς δεύτερο λόγο…”

Τρεις ώρες διάρκεια η όλη μας συζήτηση, γεμάτη πόνο, γεμάτη χαρά και λησμονιά για τα περασμένα μιας γραίας συγκλονιστικά ηρωικής. Στο πρόσωπό της η κάθε μαντιλοφορούσσα βρίσκει ένα κοινό στοιχείο, το οποίο δεν είναι άλλο από το δάκρυ! Το δάκρυ που σε γεμίζει γνώση και καλά κρυμμένη χαρά…

Νιώσαμε πόνο, νιώσαμε δέος, νιώσαμε μετά από χρόνια την πρόοδο μέσα σε ένα αντιφατικό για πολλούς προσδιορισμό…στην “Τρίτη Ηλικία”!

Κρατάμε πολλά μέσα μας, ώρα να τα κάνουμε κομμάτια όσο το δυνατόν καλλίτερα γραμμένα, για τους επόμενους. Για το μετέπειτα που προσδοκάμε να ζήσουμε εδώ, ως αυτόχθονα και ατόφια κομμάτια της “Απείρου Γαίας”…

 

 

 

(συνεχίζεται)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Συγγραφή/ευθύνη: Η διαχείριση της ιστοσελίδας