Στις παρακάτω σειρές σας παραθέτουμε αυτούσια την επιστολή του Μητροπολίτη Αργυροκάστρου Παντελεήμονος κατά το έτος 1946, προς τον τότε Πατριάρχη Ρωσίας, Αλέξιο. Η επιστολή αντλήθηκε από το έργο του κ. Απ. Γλαβίνα, «Σελίδες από το αρχείο του Αργυροκάστρου Παντελεήμονος», ΗΗ(1983), σελ. 91-96.
Αξίζει να το μελετήσετε ούτως ώστε να γνωρίσετε ακόμη καλύτερα την τόσο ιδιαίτερη ιστορία του τόπου μας!

Πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μακαριότητα
τὸν Πατριάρχην Πασῶν τῶν Ρωσσιῶν
κ. κ. Ἀλέξιον

Μόσχαν

Μακαριότατε Δέσποτα καὶ
Λίαν Ἀγαπητὲ ἐν Χριστῷ Ἡμῶν Ἀδελφέ,

Τὸ Ἑλληνικὸν Γένος κατὰ τοὺς μακροὺς αἰῶνας τῆς δουλείας του ἔστρεφε πάντοτε τὰ ὄμματα αὐτοῦ πρὸς τὴν ὁμόδοξον Ρωσσίαν, ἤτις ὑπῆρξε κατὰ τοὺς ζοφεροὺς ἐκείνους χρόνους ὁ φυσικὸς προστάτης αὐτοῦ. Ἐξεδηλώθη δὲ ἡ προστασία αὓτη ἐμπράκτως κατ’ ἐπανάληψιν καὶ εἰς τὴν Ρωσσικὴν βοήθειαν ὀφείλει κατὰ μέγιστον μέρος ὁ Ἑλληνισμὸς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς πρώτης ἐλευθέρας γωνίας του. Εἰς τὰς δέλτους τῆς ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους μετ’ εὐγνωμοσύνης ἀναφέρεται τὸ ὄνομα Ρ ω σ σ ί α, ἰδιαιτέρως δὲ μνημονεύεται τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἀείποτε ἐπεδείξατο ἡ Ἁγιωτάτη Ρωσσικὴ Ἐκκλησία.

Πρὸς τὸν σεπτὸν Ἀρχηγὸν Αὐτῆς ἀποτείνομαι ὁ ἐλάχιστος ἐν Χριστῷ ἀδελφὸς καὶ συλλειτουργός, ποιμὴν ἑνὸς τμήματος Ἑλληνορθοδόξου, τελοῦντος ὑπὸ ἀπηνῆ διωγμὸν ἀπὸ μέρους ἑνὸς μισαλλοδόξου Κράτους, οἱ Ἀρχηγοὶ τοῦ ὁποίου, ὑφ’ οἱοδήποτε πολιτικὸν καθεστώς, δὲν ἔπαυσαν νὰ εἶναι – κατὰ πλειοψηφίαν ἄλλωστε Μουσουλμάνοι – ἐμπεποτισμένοι ἀπὸ τυφλοῦν ἀντιχριστιανικὸν πνεῦμα. Ἐξ ὀνόματος 120.000 Ἑλλήνων Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων κατοίκων τῆς Βορείου Ἠπείρου ὑψώνω τὴν ἀσθενῆ φωνήν μου πρὸς τὴν Ὑμετέραν Προσκυνητήν μου Μακαριότητα καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προστασίαν Αὐτῆς, ἳνα τεθῇ τέρμα εἰς τὰ δεινὰ ἑνὸς λαοῦ, οὗτινος ἡ μόνη του ἁμαρτία ὑπῆρξεν ἡ ἀγάπη του πρὸς τὴν ἐλευθερίαν.

Ἡ ἑλληνικότης τῆς Βορείου Ἠπείρου διὰ μέσου τῶν αἰώνων ὑπῆρξεν ἀδιαφιλονίκητος. Περὶ αὐτῆς μαρτυροῦν ὅλοι οἱ ξένοι παρατηρηταὶ καὶ συγγραφεῖς, οἱ ἀσχοληθέντες καὶ κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας καὶ μετέπειτα μὲ τὴν Ἀλβανίαν καὶ τὴν Βόρειον Ἤπειρον. Ὑπῆρξεν ἡ πατρὶς μας κοιτὶς τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Ἐπρωτοστάτησεν εἰς τὴν πνευματικὴν ἀναγέννησιν τοῦ ἡμετέρου Ἔθνους, ὡς καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ ἀποκατάστασιν. Ἐπιφανεῖς διδάσκαλοι, ἠρωϊκοὶ στρατηγοὶ τῶν ἐπικῶν ἀγώνων τοῦ νεώτερου Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἐγεννήθησαν εἰς τὴν Βόρειον Ἤπειρον, τέκνα δὲ τῆς γὴς αὐτῆς ὑπῆρξαν κατὰ τὸ πλεῖστον οἱ Μεγάλοι Εὐεργέται τῆς Ἑλλάδος, οἵτινες ἀνήγειραν τὸ πλεῖστον τῶν καλλιμαρμάρων δημοσίων κτιρίων, ἄτινα κοσμοῦν τὰς σύγχρονους Ἀθήνας καὶ ἄλλας Ἑλληνίδας πόλεις. Βορειοηπειρώτης ὑπῆρξεν ὁ μέγας Ἰωάννης Καποδίστριας, ὅστις διέπρεψε τὸ πρῶτον εἰς τὴν Ρωσσίαν, γενόμενος καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ προσενεγκῶν μεγίστας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Ὑμετέραν Μεγάλην καὶ ἔνδοξον Πατρίδα. Ἐκ Βορείου Ἠπείρου πλεῖστοι ἄλλοι ἐπιφανεῖς ἄνδρες μετέβησαν καὶ ἐγκαταστάθησαν εἰς τὴν Ρωσσίαν, διακριθέντες ἀκόμη καὶ εἰς τοὺς πολέμους αὐτῆς κατὰ τῶν παντοίων ἐχθρῶν της, ἐν οἶς Τοῦρκοι καὶ Αὐστριακοὶ ὑπῆρξαν καὶ τοῦ ἡμετέρου δούλου τότε Ἔθνους πολέμιοι.
Τῆς ἀνδρείας τῶν Ἑλλήνων αὐτῶν Βορειοηπειρωτῶν ἦσαν θαυμασταὶ οἱ Ρῶσσοι, ὄτε δὲ μεσοῦντος τοῦ παρελθόντος αἰῶνος ὁ Ὀρλὼφ ἐπεχείρει τὴν ἐξέγερσιν τῶν Ἑλλήνων κατὰ τῆς Τουρκίας, ἐκ τῶν πρώτων ἀπετείνετο πρὸς τοὺς γενναίους Χειμαριώτας, οἵτινες καὶ προθύμως ἔσπευσαν νὰ πολεμήσωσι ὑπὸ τὰς σημαίας του.

Ἡ σύνθεσις αὔτη τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Βορείου Ἠπείρου καὶ αἳ θυσίαι τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ὅστις τὴν ἀπελευθέρωσεν, ἀπετέλουν ἀναφαιρέτους τίτλους προσαρτήσεως τῆς Ἐπαρχίας ταύτης εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀντέδρασεν ὅμως τότε ἡ παλίμβουλος διπλωματία τῆς Αὐστρίας τῶν Ἀψβούργων, μαζὺ μὲ τὴν Ἰταλικὴν διπλωματίαν, ἣτις ἀπὸ τοῦ τέλους ΙΘ΄ αἰῶνος δὲν συνεκάλυπτε τὰς ἰμπεριαλιστικάς διαθέσεις της, τὰς ἐξωθοῦσας αὐτὴν πρὸς τὴν ἑτέραν ἀκτὴν τῆς Ἀδριατικῆς ἐπὶ τὰ ἴχνη τῆς παλαιᾶς Ἐγνατίας ὁδοῦ, δὶ’ ἧς ἐξεχύθησαν αἱ ρωμαϊκαὶ λεγεῶνες πρὸς κατάκτησιν τῆς Χερσονήσου τοῦ Αἵμου. Ἡ αὐστροϊταλικὴ πολιτικὴ ὑπεστηρίζετο τότε ἐκθύμως καὶ ἀπὸ τὸ Βατικανόν, παλαιὸν πολέμιον τῶν Ὀρθοδόξων Λαῶν τῆς Βαλκανικῆς. Παρὰ τὴν ζωηράν ὑποστήριξιν τῆς Ρωσσίας, καὶ τῆς Γαλλίας κυρίως, ὑπερίσχυσε τότε ἡ αὐστροϊταλικη ἄποψις καὶ διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Φλωρεντίας (17 Δεκεμβρίου 1913) ἢ Βόρειος Ἤπειρος ἐπεδικάσθη εἰς τὴν Ἀλβανίαν.

Κατὰ τῆς ἀδίκου αὐτῆς ἀποφάσεως ἐξηγέρθησαν οἱ Ἕλληνες Βορειοηπειρῶται καὶ ἠρνήθησαν νὰ ὑποταγοῦν εἰς αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις τῶν Ἀθηνῶν, παρὰ τὴν ὀδύνην τὴν ὁποίαν ἡσθάνετο σύμπαν τὸ Ἑλληνικόν, οὐχὶ μόνον δὲν ηὐνόησε τὴν βορειοηπειρωτικὴν ταύτην ἐξέγερσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπεδοκίμασε, μὴ θέλουσα νὰ δημιουργήση πράγματα εἰς τὴν εὐρωπαϊκὴν διπλωματίαν. Ὁ ἀγὼν ὅμως τῶν Βορειοηπειρωτῶν συνεχίσθη καὶ τέλος ἠναγκάσθησαν αἱ Μ. Δυνάμεις καὶ ἡ Ἀλβανικὴ Κυβέρνησις νὰ ὑπογράψουν τὸ Πρωτόκολλον τῆς Κερκύρας (17 Μαΐου 1914), διὰ τοῦ ὁποίου παρέμεινε μὲν ἡ Βόρειος Ἤπειρος ὑπὸ τὸ Ἀλβανικὸν Καθεστώς, ἀνεγνωρίζετο ὅμως ὁ ἑλληνικὸς ἐθνολογικός της χαρακτὴρ καὶ τῆς παρείχετο τοπικὴ αὐτοδιοίκησις. Ἀργότερον διὰ τῆς Συμφωνίας τοῦ Λονδίνου (26 Ἀπριλίου 1915) ἀνεγνωρίσθησαν τὰ ἑλληνικὰ δίκαια ἐπὶ τῆς Βορείου Ἠπείρου χάρις εἰς τὴν Ρωσσικὴν ὑποστήριξιν ἰδιαιτέρως.

Μετὰ τὸν πρῶτον Παγκόσμιον Πόλεμο, τὸ ἀνώτερον διασυμμαχικὸν Συμβούλιον, κατὰ τὴν συνεδρίασίν του τῆς 13 Ἰανουαρίου 1919, ἀποφάσιζε τὴν παραχώρισιν τῆς Βορείου Ἠπείρου εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἶχε προηγηθῆ ἰδιαίτερα συνεννόησις μεταξύ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος Ἐλευθερίου Βενιζέλου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας Τιττόνι (Συμφωνία 29 Ἰουλίου 1919), δὶ’ ἧς ἡ Ἰταλία ἐδέχετο τὴν λύσιν ταύτην. Τὴν ἀπόφασιν τοῦ Διασυμμαχικοῦ Συμβουλίου ἐπεκύρου ἡ Συμφωνία τοῦ Ράπαλλο (12 Νοεμβρίου 1920), δὶ’ ἧς παρείχετο εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ δικαίωμα νὰ καταλάβῃ τὴν Βόρειον ΄Ἤπειρον. Ἡ ἰταλικὴ οὐχ ἧττον διπλωματία εἰργάζετο εἰς τὸ σκότος καὶ ἐπωφελουμένη τῶν δυσχερειῶν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Μικρασίαν ἐπετύγχανε τὸν Σεπτέμβριον 1921 τὴν παραχώρησιν τῆς μαρτυρικῆς μας πατρίδος εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Εἰς τὸν βωμὸν τῆς διπλωματίας καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ ἰταλικοῦ ἰμπεριαλισμοῦ ἐθυσιάζετο εἷς ἐλεύθερος λαός.

Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἀρχίζει ὁ συστηματικὸς διωγμὸς τῶν Ἑλλήνων Βορειοηπειρωτῶν. Ἀφ’ οὗ ἀπετέλουν τὴν πλειοψηφίαν τῆς περιφερείας καὶ διὰ τῆς συντριπτικῆς ὑπεροχῆς τῶν ἔδιδαν καὶ τὸν πνευματικὸν παλμὸν εἰς αὐτήν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἀνεκτοὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῶν Τιράνων. Πλήττεται πρώτη ἡ ἑλληνικὴ παιδεία. Ἐκ τῶν 360 περιλάμπρων ἐκπαιδευτηρίων μας, ὅσα ὑπῆρχον τῷ 1913 ταῦτα περιορίζονται εἰς 78 τῷ 1925, διὰ νὰ μειωθοῦν εἰς 43 τῷ 1931 καὶ εἰς 10 τῷ 1933. Τῷ 1934 ἡ Κυβέρνησις τῶν Τιράνων ἀποτολμᾷ τὴν πλήρη κατάργησίν των. Οἱ Ἕλληνες Βορειοηπειρῶται διαμαρτύρονται πρὸς τὴν Κ.Τ.Ε., ἥτις παραπέμπει τὸ ζήτημα πρὸς τὸ Διεθνὲς Δικαστήριον τῆς Χάγης. Τὸ τελευταῖον καταδικάζει τὴν ἀλβανικὴν ἐνέργειαν καὶ ἐπιβάλλει τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ὑφισταμένου καθεστῶτος. Ἀσκεῖται ὅμως τοιαύτη πίεσις τῶν Ἀλβανῶν, ὥστε νὰ μὴν τολμοῦν οἱ Ἑλληνόπαιδες νὰ φοιτοῦν εἰς τὰ ἑλληνικὰ ἐκπαιδευτήρια. Μετὰ τὴν ἐκπαίδευσιν πλήττεται ἡ Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας ἐπιβαίνουν αὐτοχειροτόνητοι Ἐπίσκοποι. Οὕτω ἡ κατάστασις ἀποβαίνει ἀφόρητος διὰ τοὺς Ἕλληνας Βορειοηπειρώτας, πλεῖστοι τῶν ὁποίων ἐκπατρίζονται.

Ἡ κατάστασις αὔτη ἐπιδεινοῦται μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἀλβανίας μὲ τὴν Ἰταλίαν. Οἱ διῶκται μᾶς εἶναι τώρα δύο. Οἱ Ἀλβανοί, πιστοὶ σύμμαχοι καὶ δορυφόροι τῶν φασιστών, πολεμοῦν παρὰ τὸ πλευρὸν των, ἡ χώρα μας ὑποκύπτει εἰς τὴν γερμανικὴν πίεσιν, οἱ Ἀλβανοὶ μεταβάλλονται εἰς τους χειρότερους πράκτορας τῶν Ἰταλῶν καὶ τῶν Γερμανῶν, πρὸς τρομοκράτησιν καὶ καταδίωξιν τῶν Ἑλλήνων. Εἶναι θλιβερόν, ἀλλὰ εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι πολλοὶ καὶ τῶν σήμερον κυβερνώντων τὴν Ἀλβανίαν, ὑπῆρξαν συνεργάται στενοὶ τῶν Ἰταλῶν καὶ τῶν Γερμανῶν, μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἥν τὸ ἄστρον τοῦ Ἄξονος ἤρχισε δύον. Τότε ἐνεφανίσθη καὶ ὁ πρῶτος πυρὴν ἀντιστάσεως τῶν Ἀλβανῶν, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ μέγιστη πλειονότης αὐτῶν ἐξηκολούθει νὰ συνεργάζεται στενῶς μὲ τοὺς κατακτητάς. Δέον νὰ τονισθῆ ὅτι ἐξ ἀντιθέτου οἱ Βορειοηπειρῶται καὶ πρῶτοι ὠργάνωσαν ἀγώνα ἀντιστάσεως καὶ μέχρι τῆς φυγῆς τῶν Γερμανῶν ἐκ τῆς χώρας των δὲν ἔπαυσαν νὰ τοὺς παρέχουν παντὸς εἴδους ἐνόχλησιν. Τοῦτο καταφαίνεται ἐκ τῶν καταστροφῶν τῶν περισσοτέρων ἑλληνικῶν χωρίων καὶ κωμοπόλεων τῆς Βορείου Ἠπείρου ὑπὸ τῶν Γερμανῶν, ἐνὧ πέραν τοῦ ποταμοῦ Σκούμπη (ὁρίου Βορείου Ἠπείρου καὶ Ἀλβανίας) οὐδεμία καταστροφὴ ἐσημειώθη.

Μετὰ τόσα δεινὰ οἱ Βορειοηπειρῶται ἤλπιζον ὅτι ἡ νίκη τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν θά ἐσήμαινε τὸν τερματισμὸν τῶν μαρτυρίων των. Διὰ τὴν νίκην ἄλλωστε αὐτὴν μήπως δὲν ἠγωνίσθησαν καὶ οἱ ἴδιοι; Δὲν ἐπολέμησαν εἰς τὴν Πίνδον, παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν ἑλληνικῶν στρατευμάτων; Δὲν μετέσχον ὡς ἐθελονταὶ εἰς τὰ διάφορα συμμαχικὰ μέτωπα; Δὲν ὠργάνωσαν εἰς τὰ βουνὰ τῆς πατρίδος των ἀνταρτικὰ σώματα, ἡρωϊκῶς ἀγωνισθέντα κατὰ τοῦ κατακτητοῦ;
Αἱ ἐλπίδες των διεψεύσθησαν πλὴν ὅμως οἰκτρῶς. Ἡ πατρὶς των παρέμεινε καὶ πάλιν ὑπὸ τὸν ἀλβανικὸν ζυγόν, ἐπηκολούθησε δὲ νέον κύμα διωγμῶν. Τὸ σημερινὸν καθεστώς, καίτοι ἐμφανίζεται ὡς δημοκρατικόν, μετέρχεται δυστυχῶς τὰς αὐτάς, ἐὰν μὴ καὶ χειροτέρας μεθόδους τῶν προηγουμένων Ἀλβανικῶν Κυβερνήσεων.

Αἱ φυλακαὶ καὶ τὰ πεδία συγκεντρώσεως ἔχουν πληρωθῆ Ἑλλήνων, μεταξὺ τῶν ὁποίων γέροντες καὶ γυναικόπαιδα. Ἐκ παραλλήλου 7.000 καὶ πλέον Ἕλληνες Βορειοηπειρῶται ἐξηναγκάσθησαν εἰς ἐκπατρισμόν. Δικαιολογοῦντες τὰ ἐξοντωτικὰ των αὐτὰ μέτρα αἱ ἀλβανικαὶ ἀρχαὶ κατηγοροῦν τοὺς συλλαμβανομένους καὶ διωκομένους ὡς δοσιλόγους. Ἀλλὰ ποῦ εὑρέθησαν Ἕλληνες Βορειοηπειρῶται δοσίλογοι; Ἀντιθέτως μέγα μέρος τῶν σημερινῶν θυμάτων τοῦ ἀλβανικοῦ διωγμοῦ ὑπῆρξαν μέλη τῶν σωμάτων ἀντιστάσεως. Ὁ μόνος λόγος τοῦ διωγμοῦ των εἶναι ὅτι ἐμμένουν πιστοὶ εἰς τὴν ἐθνότητα εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκουν.

Παναγιώτατε Δεσπότα,

Ὑψοῦντες τὴν φωνὴν διαμαρτυρίας μας πρὸς τὴν σεπτὴν κορυφὴν τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας Πασῶν τῶν Ρωσσιῶν ἐπικαλούμεθα τὸ στοργικὸν Αὐτῆς ἐνδιαφέρον καὶ τὴν ἐπέμβασίν Της πρὸς τερματισμὸν τῆς ἀφορήτου αὐτῆς καταστάσεως. Οἱ Ἀλβανοὶ οἵτινες ὑπῆρξαν ὁ ἀντιδραστικώτερος καὶ ὀπισθοδρομικώτερος λαὸς τῆς Εὐρώπης, τολμοῦν νὰ ὁμιλοῦν σήμερον περὶ δημοκρατικῶν ἰδανικῶν καὶ νὰσυγκρίνουν ἑαυτοὺς πρὸς τοὺς Ἕλληνας., οἵτινες ἐξέθρεψαν τὴν Ἰδέαν τῆς Δημοκρατίας καὶ τῆς Ἐλευθερίας καὶ τὴν διέδωσαν εἰς τους ἄλλους λαούς. Ζητοῦν νὰ συγκαλύψουν τὰς αὐταρχικάς μεθόδους των καὶ νὰ τὰς δικαιώσουν ἐνώπιον των ὀμμάτων τῶν δημοκρατικῶν Λαῶν. Οἱ ἰσχυρισμοὶ των ὅμως εἶναι αὐτόχρημα κωμικοί.

Ἡμεῖς οἱ Βορειοηπειρῶται εὐρέθημεν πάντοτε ἐπὶ κεφαλῆς ὅλων τῶν Ἀγώνων τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ὑπὲρ τῆς Ἐλευθερίας του. Εὐρέθημεν εἰς τὰς ἐπάλξεις ὅλων τῶν ὡραίων ἀγώνων καί ὑπήρξαμεν πάντοτε πιστοί εἰς τά ιδανικά ὑπέρ τῶν ὁποίων ἠγωνίσθησαν οἱ Ἐλεύθεροι Λαοὶ καὶ πρῶτοι οἱ Λαοὶ τῆς φίλης καὶ συμμάχου Σοβιετικῆς Ἑνώσεως. Ἐμισήσαμεν τὸν Φασισμὸν καὶ τὸν κατεπολεμήσαμεν, ὅταν οἱ Ἀλβανοὶ ἦσαν οἱ πιστότεροι συνεργάται του καὶ μᾶς ἔπλητταν, μετὰ τῶν Ἰταλῶν, ἐκ τῶν νώτων. Ἠγωνίσθημεν ἐπὶ τριάκοντα συναπτὰ ἔτη πάντοτε κατὰ τῶν Δυνάμεων τοῦ σκότους καὶ τῆς βίας καὶ δὲν παύσωμεν ἀγωνιζόμενοι ἐναντίον αὐτῶν. Ἔχομεν ὅμως τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεώς μας καὶ θέλομεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τους κόλπους τῆς Μητρὸς Πατρίδος ἀπὸ τοὺς ὁποίους μᾶς ἀπέσπασεν βιαίως ὁ φασιστικὸς ἰμπεριαλισμός. Ὁ ὑπερήφανος, ἐλεύθερος καὶ ἡρωϊκὸς αὐτὸς Λαὸς πιστεύει ἀκραδάντως ὅτι ἡ φωνὴ του θέλει εἰσακουσθῇ ἀπὸ τὴν Ὑμετέραν Παναγιότητα, Ἣτις καὶ θὰ τὸν περιβάλῃ μὲ τὴν προστασίαν της, βοηθοῦσα τὴν ἐθνικὴν ἀποκατάστασιν.

Μὲ τὴν ἀκράδαντον αὐτὴν πεποίθησιν ἐπικαλοῦμαι ἐξ ὀνόματος αὐτοῦ τὰς εὐχάς καὶ εὐλογίας τῆς Ὑμετέρας Προσκυνητῆς μου Παναγιότητος καὶ διατελῶ ἐλάχιστος ἐν Χριστῷ ἀδελφὸς καὶ συλλειτουργός.

( Ὑπογραφή: † Ὁ Ἀργυροκάστρου Παντελεήμων)
Ὁ Μητροπολίτης Ἀργυροκάστρου Παντελεήμων